Δ. Παναγιωτόπουλος: Η πολιτική των ισχυρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση και Οικονομική Κρίση, Θετική διέξοδος

Δ. Παναγιωτόπουλος: Η πολιτική  των ισχυρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση  και Οικονομική Κρίση, Θετική διέξοδος

 Το οικονομικό-κοινωνικό πρόβλημα των νότιων χωρών της ΕΕ όπως τούτο
εκδηλώνεται ως κρίση κυρίως στην Ελλάδα και στις άλλες χώρες του
Nότου της ΕΕ έχει την αφετηρία του στο τέλος της δεκαετίας του ’50.
Από τότε σχεδιαζόταν ο σφιχτός οικονομικός εναγκαλισμός των μικρών από τις
ισχυρές χώρες της Ευρώπης. Τις συνέπειες αυτού του σχεδιασμού, βιώνουμε
σήμερα ως τραγική κατάληξη σ’ όλους σχεδόν τους τομείς της οικονομίας με
δραματικές επιπτώσεις σ’ όλο το φάσμα κοινωνικής ζωής και στο μέλλον του
λαού μας και της νεολαίας. Σε τούτο συντέλεσε καταλυτικά και η στο εσωτερικό
εφαρμοζόμενη πολιτική, πολιτική «βολέματος» ανοήτως από το πελατειακό
σύστημα εξουσίας, με λογική κοντόφθαλμης διαχείρισης, με αμβλυμμένη την
περί του πρακτέου συνείδηση σε βαθμό ενδοτισμού και την κλεπτοκρατεία.

α. Ιστορικά στοιχεία

Από τη διάσκεψη των υπουργών εξωτερικών των 6 κρατών «της κοινοπραξίας
Άνθρακος και Χάλυβος» (Μεσσήνη της Ιταλίας τον Ιούνιο του 1955, με Γερμανία,
Γαλλία, Ιταλία, Βέλγιο Ολλανδία και Λουξεμβούργο), χρονολογείται η προσπάθεια
στην Ευρώπη δημιουργίας ευρύτερων οικονομικών χώρων ζωνών. Μεταξύ
των έξι αυτών κρατών και τη συμφωνία της Ρώμης (Μάρτιος του 1957),
ιδρύθηκε η «Κοινή Ευρωπαϊκή αγορά» και η «κοινοπραξία ατομικής
ενέργειας». Μετά από αυτή τη συνεργασία και προς αντιπερισπασμό προς
τους 6, ως άνω (1955), έκανε την εμφάνιση της Τελωνιακή Ένωση, υπό την
ηγεσία της Αγγλίας, η τότε : «Ευρωπαϊκή Συνεργασία Ελεύθερου Εμπορίου»
με μέλη την Αυστρία, Δανία, Σουηδία, Νορβηγία, Ελβετία και Πορτογαλία.
Όπως ήταν αναμενόμενο ανάμεσά τους επιδιώκεται εντατικά ανταγωνισμός
βιομηχανικής παραγωγής με σκοπό την παρακώλυση, με κάθε προσπάθεια,
εκβιομηχάνισης των γεωργικών χωρών και την άνετη εκμετάλλευση αυτών (βλ.
Δ. Στεφανίδης [1961], Εισαγωγή εις την Εφηρμοσμένην Οικονομικήν, σελ. 51,52.).

Από το τέλος του 19ου Αιώνα οι γεωργικές χώρες, όπως η Ελλάδα, άρχιζαν να
βαδίζουν ένα δρόμο εμπορικής χειραφέτησης και εκβιομηχάνισης, αλλά ο

δρόμος γι’ αυτές τις χώρες ήταν και δύσκολος και με πολλά και ανυπέρβλητα
εμπόδια. Υπήρχε η εξωτερική αντίδραση από τα ισχυρότερα
εμποροβιομηχανικά κράτη και την επιθυμία τους να κρατούν όσο γίνεται σε
μάκρος χρόνου το οικονομικό τους μονοπώλιο, σε συνδυασμό με αρνητικά και
θετικά πολιτικά και οικονομικά μέτρα, αλλά και πολλές φορές με τη βία, τον
πόλεμο. Πέραν αυτού υπήρχε και η εσωτερική αντίδραση των αμβλυμμένης
οράσεως, οικονομολόγων και πολιτικών, του εσωτερικού των χωρών αυτών,
αλλά και διάφοροι κύκλοι συμφερόντων με κοσμοπολίτικο χαρακτήρα, που
έφθανε στα όρια αντεθνικού συμφέροντος, οι οποίοι κόπτονταν για την
ελευθερία των εισαγωγών εκ του εξωτερικού. Αυτή η πολιτική πολλές φορές
υπερέβαλε σε τέτοιο βαθμό, που έφθανε σε συστηματική δυσφήμιση κάθε
φυσικής ποιοτικής έλλειψης των πρωτοείσακτων εγχωρίων βιομηχανικών
προϊόντων, ενώ καυτηρίαζαν ως άδικη δήθεν (!) και χαριστική κάθε
προστατευτική δασμολογική ενέργεια της πολιτείας με αποτέλεσμα την
αναγκαία άνοδο των τιμών. Αυτό συμβαίνει ακόμα μέχρι και σήμερα όπου
υπάρχει ελληνική παραγωγή. Επακόλουθο τούτων ήταν και παραμένει οι νέες
βιομηχανίες να χαρακτηρίζονται θνησιγενείς, μέσα και στο δημιουργούμενο
λαϊκό κλίμα, καθότι δεν υπάρχει παράδειγμα να μπορεί να αναπτυχθεί
βιομηχανικός κλάδος χωρίς την μακρόχρονη δασμολογική και οικονομική
προστασία. Δεν πρέπει να ξεχνάμε άλλωστε ότι η εξέχουσα
εμποροβιομηχανική θέση της Αγγλίας των ΗΠΑ και της Γερμανίας
δημιουργήθηκε με πρωτοφανή συνδυασμό προστατευτικών δασμολογικών
μέτρων για περίπου δύο αιώνες.

Σημειώνεται ότι: η «Ευρωπαϊκή Συνεργασία Ελεύθερου Εμπορίου» στις
αρχές της δεκαετίας του 60 ανέπτυξε προφανείς εχθρικές διαθέσεις προς
την «Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα». Είναι χαρακτηριστική η σύγκληση
διάσκεψης στο Παρίσι το 1960 για να γεφυρωθούν οι διαφορές με τη
μεσολάβηση των ΗΠΑ και Καναδά, όπου δεν κατέστη δυνατόν να εκδοθεί
απόφαση εξ’ αιτίας των αντιτιθεμένων οικονομικών συμφερόντων.

Κατανοεί επομένως κανείς ότι για τους συνεργαζόμενους λαούς η ωφέλεια
προβλεπόταν να μην είναι ίδια για όλους όσους συμμετείχαν στις ευρύτερες
αυτές ενώσεις. Τα οφέλη αυτά ήταν δυνατόν να προέρχονται από τη
διεύρυνση των ενώσεων και με τη συμμετοχή και άλλων λαών, με όσο
μεγαλύτερη δυνατή διεύρυνση, για μεγαλύτερα οφέλη των προηγμένων
και παλαιοτέρων μελών από τους νεοεισερχόμενους. Τα νεότερα μέλη των
ενώσεων αυτών όπως αργότερα και η Ελλάδα ήταν καταδικασμένα να
παραμένουν σε στασιμότητα ή και να οπισθοδρομούν, διότι ο ανταγωνισμός
των προηγμένων χωρών δεν επέτρεπε σ’ αυτά δυνατότητα αναπτύξεως,
κυρίως στους τομείς της γεωργίας, των τεχνικών παραγωγής και το
βιομηχανικό τομέα (προφητικές οι σκέψεις του Δ. Στεφανίδη, όπ.π ). Αυτή η
κατάσταση οδήγησε σε εκπατρισμό όχι μόνο κεφαλαίων, που ήταν λιγοστά
και αναγκαία, αλλά και με μετανάστευση στις οικονομικώς προηγμένες χώρες
της Ευρώπης, προς ενίσχυση της παραγωγής τους. Με αυτόν τον τρόπο οι
προηγμένες χώρες κέρδιζαν και κερδίζουν σε πλούτο και ανθρώπινο δυναμικό
σε βάρος και με ζημία των υπό ανάπτυξη και ασθενέστερων χωρών όπως
αργότερα και με την Ελλάδα.

β. Η πολιτική εντός της ΕΟΚ και ΕΕ

Αυτή η πολιτική συνεχίστηκε και μέσα από την Ευρωπαϊκή Οικονομική
Κοινότητα όπου στόχος των κυρίαρχων χωρών ήταν η ανάπτυξη και η
διαμόρφωση της οικονομίας των προϊόντων, του ανταγωνισμού και της
αγοράς, με τις νεοεισερχόμενες χώρες, ως χώρες αδύναμες και γεωργικής ή
κτηνοτροφικής κυρίως δομής, να μην μπορούν να καταστούν ανταγωνιστικές
και να οδηγούνται ένεκα και της ανάλογης έλλειψης αντίστασης πολιτικά,
στην οικονομία των υπηρεσιών και μόνο, με συνακόλουθο αποτέλεσμα την
αποβιομηχάνιση και τη διάλυση του παραγωγικού τους ιστού όπως είναι η
Ελλάδα και άλλες νότιες χώρες.

Για τις χώρες όπως η Ελλάδα η συμμετοχή στην ΕΟΚ, πέρα από τους λόγους
γαιοστρατηγικής πολιτικής, που όφειλε να καθοριστεί ως σημαντική για το
μέλλον της χώρας, όφειλε να προσδιοριστεί και το οικονομικό στρατηγικό
μοντέλο ανάπτυξης εντός του κύκλου των εταίρων με σκοπό την παραγωγή
και την παραγωγικότητα σ’ όλους τους τομείς της οικονομίας, με σκοπό την
οικονομία των ανταγωνιστικών προϊόντων και την εκβιομηχάνιση της χώρας
ώστε, αυτή ως χώρα, να παρίσταται κάποτε ως πραγματικός εταίρος στην
ΕΕ προσδοκούσα και τα οφέλη εκ της συμμετοχής της στην κοινότητα.
Όφειλε δηλαδή η πολιτική εξουσία ως πολιτική ελίτ, πέρα από συγκεκριμένα
πρόσωπα να αντιληφθεί την πολιτική των ισχυρών στο πλαίσιο της ΕΕ και
από την ένταξή της να πασχίσει να διατηρήσει δυνατότητα στοιχειώδους
εκβιομηχάνισης σε προϊόντα τουλάχιστο που τούτο θα ήταν δυνατό και
να διατηρήσει σε ικανό βαθμό τον παραγωγικό της ιστό, αποτρέποντας τη
δημιουργία της θνησιγενούς δημιουργίας της οικονομίας των υπηρεσιών και
μόνο δια της πελατοκρατείας. Ένα μικρό παράδειγμα ήταν η διεκδίκηση των
μεσογειακών ολοκληρωμένων Προγραμμάτων στη δεκαετία του 80.

Η πολιτική όμως που εφαρμόστηκε μέχρι σήμερα στη λογική των ανέλεγκτων
χρηματοδοτήσεων από τα ευρωπαϊκά πακέτα, από το πελατειακό και
κλεπτοκρατικό σύστημα, οδήγησαν τη χώρα στην αποβιομηχάνιση και
την αποκοπή της από την όποια παραγωγική βάση είχε. Μόνο να σκεφθεί
κανείς ότι στην Ελλάδα δεν εισάγουμε μόνο αυτοκίνητα από τη Γερμανία,
που θα ήταν και λογικό, αλλά και βοοειδή 80%  και ζάχαρη,  όταν πολύ
καλά γνωρίζουμε ότι στη Θράκη υπήρχαν τα τεύτλα και είχαμε εργοστάσιο
παραγωγής ζακχάρεως και το οποίο, όπως και πολλά άλλα, σταμάτησαν να
λειτουργούν.

Οι εναλλασσόμενοι στην κυβερνητική εξουσία της χώρας κομματικοί
σχηματισμοί και το προσωπικό τους, μετά τη μεταπολίτευση, διαμόρφωσαν
ένα πελατειακό σύστημα εξουσίας, με στόχο πολλάκις το προσωπικό ηθικό και
υλικό όφελος και όδευσαν εκ του ασφαλούς στην οικονομία των υπηρεσιών
απαξιώνοντας κάθε μορφή παραγωγής και διαλύοντας τον παραγωγικό ιστό
της χώρας. Το μοντέλο αυτό της οικονομίας των υπηρεσιών και των ημετέρων,
τελικώς έφθασε στο ακρώτατο σημείο και έσκασε ως φούσκα, υπό το κράτος
της διεθνούς οικονομικής κρίσης, εμφανίζοντας τα απότοκα της διαφθοράς,
της χρόνιας διαπλοκής και την κλεπτοκρατία του πελατειακού συστήματος
διακυβέρνησης της χώρας.

Το ζήτημα επομένως πολιτικά για τη χώρα μας είναι πολύπλευρο και
πολυσχιδές, καθότι οι κυβερνήσεις της τελευταίας 35ετίας στοιχειωδώς δεν
αντελήφθηκαν την οικονομική πορεία στην ΕΟΚ όπως και στην μετέπειτα ΕΕ
και υπηρέτησαν ενσυνείδητα ή λαθεμένα το οικονομικό μοντέλο της παροχής
υπηρεσιών με παρέκταση την πελατειακή λειτουργία και την κλεπτοκρατία
που είχε ως αποτέλεσμα την διάλυση του παραγωγικού ιστού της χώρας
την εσωτερική μετανάστευση και όπως ήταν επόμενο, το λογαριασμό να
κληθεί να πληρώσει ο ελληνικός λαός: με την οριζόντια περικοπή μισθών και
συντάξεων και την επιβολή ανελέητων φόρων, την εξαφάνιση των μικρών
και μεσαίων επιχειρήσεων και την μεγιστοποίηση της ανεργίας. Η οικονομία
των υπηρεσιών της 30ετίας αποδείχθηκε η μεγάλη φούσκα της οποίας οι
αρχιτέκτονες πολιτικοί, οδήγησαν τη χώρα στο ΔΝΤ και στη γνωστή Τρόϊκα
(ΕΚΤ και ΕΕ) μετά των εταίρων και διέσυραν διεθνώς και ταπείνωσαν οικτρά
τον περήφανο Ελληνικό λαό, εγκαθιστώντας σ’ αυτόν μια άνευ προηγουμένου
ετερονομία, με καταστρατήγηση του Συντάγματος της χώρας και με απώλεια
και της εθνικής του κυριαρχίας. Κατάντησαν την Ελλάδα, όπως θα έλεγε ο
Μακρυγιάννης, «παλιόψαθα των εθνών».

γ. Το ελληνικό πρόβλημα και η ελληνική πολιτική

Στο σημείο που βρισκόμαστε, κατ’ αρχήν νομίζω ότι
είναι αναγκαίο,
χωρίς να υποθηκευθεί παραπάνω το μέλλον της χώρας, προκειμένου  να
έχει τα αναγκαία κεφάλαια για τη διαχείριση του χρέους, αλλά και χωρίς
στον «στραγγαλισμό» των Ελλήνων, να σχεδιασθεί εξ αρχής το μοντέλο
ανάπτυξης με βάση τον πλούτο των περιοχών της, και την συμμετοχή των
Ελλήνων στην παραγωγική διαδικασία σ’ όλους τους τομείς της οικονομίας.
Απαιτείται κατ’ αρχήν να πεισθεί ο ελληνικός λαός για την επιστροφή στη γη
και στην παραγωγή, με σκοπό την αύξηση τόσο της παραγωγής όσο και της
παραγωγικότητας.

Ο τρόπος αυτός συνδυάζεται με την προβολή και διεκδίκηση ανάλογων
προγραμμάτων, για τις χώρες της Ευρώπης  του νότου, από τα ευρωπαϊκά
ταμεία, ώστε να επέλθει μια παραγωγική  ισορροπία και ισότιμη ανάπτυξη.
Είναι αναγκαίο να υπάρξει 5ετές αναπτυξιακό πρόγραμμα, του οποίου το
βέλος οφείλει να έχει φορά ανάπτυξης με όψη προς την κοινωνία και τη
δυνατότητα ζωής του λαού. Με στόχο την παραγωγή και παραγωγικότητα την
ενίσχυση των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων και της μικρής παραγωγής
που θα μειώσει την ανεργία και θα φέρει φυσιολογικά έσοδα στο κράτος προς
αντικατάσταση των οριζόντιων περικοπών. Να έχει δηλαδή θετικό και όχι
αρνητικό πλεόνασμα, για το οποίο θα υπερηφανεύονται οι αρμόδιοι υπουργοί,
για δυναμική οικονομική πορεία προόδου δηλαδή του Ελληνικού λαού.

Μια τέτοια πολιτική μπορεί να οδηγήσει τις οικονομίες των χωρών του
ευρωπαϊκού νότου, όπως είναι και της χώρας μας, να μην στηρίζονται πια
στα δανεικά. Επίσης αυτή η πολιτική μπορεί να οδηγήσει τους λαούς του
Ευρωπαϊκού  νότου στην έξοδο από την εκμετάλλευση. Η εκμετάλλευση
αυτή κατέστησε τους λαούς του νότου, όπως και την Ελλάδα, να είναι
κατ’ αποκλειστικότητα καταναλωτικά όντα των ισχυρών χωρών, ώστε
να δανείζονται και μάλιστα με όρους τοκογλυφίας, μόνο και μόνο για να
καταναλώνουν τα προϊόντα τους.

Σε χώρες που χρεοκόπησαν ή οδηγήθηκαν σε κατάσταση ελεγχόμενης
χρεοκοπίας όπως εν προκειμένω η χώρα μας, από ότι έδειξαν ειδικές μελέτες,
η μείωση των μισθών και η αύξηση των πολλαπλών και υπέρογκων φόρων,
οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στην ύφεση με ότι τούτο συνεπάγεται για το
εμβαδόν της οικονομίας και με φορά ένα μαύρο και φαύλο κύκλο. Η πολιτική
που φαίνεται ότι μπορεί να αποδώσει άμεσα αλλά και μεσοπρόθεσμα είναι
κυρίως, η στον αναγκαίο βαθμό μείωση των δαπανών, με περιορισμό του
κράτους στους τομείς εκείνους που δεν θίγεται ο κοινωνικός του ιστός, με
την στην πράξη πάταξη της φοροδιαφυγής και των φοροκλεπτών, ενώ
παράλληλα και με ειδικό τρόπο απαιτείται η σύσταση ειδικής πολιτικής
ενίσχυσης της μικρής παραγωγής και της μικρής και μεσαίας επιχείρησης.
Όπως έδειξαν οι παραπάνω μελέτες παγκοσμίως, η ενίσχυση της μικρής
παραγωγής και της μικρής και μεσαίας επιχείρησης, έχει θετική επίπτωση
κυρίως στην απασχόληση και στη δημιουργία βάσης προϊόντων με εξαγωγική
προοπτική και με παράλληλη μείωση εισαγωγών σε αντίστοιχα προϊόντα.
Διαμορφώνεται έτσι, ένα πεδίο εισπράξεως φυσιολογικών εσόδων για το
κράτος, ώστε το ποθούμενο πρωτογενές πλεόνασμα να μην είναι αποτέλεσμα
οριζόντιας, άσκοπης και αναποτελεσματικής φοροεπιδρομής, η οποία ούτως
ή άλλως οδηγεί σε φαύλο κύκλο ύφεσης και χρέους. Το πλεόνασμα αυτό
οφείλει, ως γόνιμο και δημιουργικό, να εξασφαλίζει ταυτόχρονα, πέρα από
την είσοδο σε ανάπτυξη και την στοιχειώδη ευημερία των πολιτών, στην
εγκαθίδρυση της αναγκαίας ελπίδας ότι, υπάρχει θετική διέξοδος από αυτή την

παρατεταμένη κρίση. Κρίση στην οποία οδηγηθήκαμε εκόντες-άκοντες από
την διεθνή κατάσταση ως ένα βαθμό μεν, αλλά κυρίως από την πολιτική της
πελατειακής κλεπτοκρατίας και την εφαρμοσθείσα, από αυτόκλητους σωτήρες,
μονεταριστική νεοφιλελεύθερη πολιτική και οι οποίοι εκτός των άλλων έπαιξαν
άριστα το παιγνίδι των αγορών, παγιδεύοντας το λαό στο φαύλο κύκλο της
ύφεσης και της φτώχειας και υποθηκεύοντας πολιτικά τη χώρα και το μέλλον
του λαού.

Πρώτο μέτρο λοιπόν, στην προσπάθεια εφαρμογής μιας άλλης πολιτικής,
σύμφωνα με την παραπάνω ανάλυση, είναι κατ’ αρχήν η χαλάρωση των
αντιλαϊκών μέτρων σε εκείνο το βαθμό που να δημιουργηθεί η αυτοπεποίθηση
στους Έλληνες, και στις Ελληνίδες για πορεία προς θετικό πλεόνασμα μεν,
δημιουργικό δε.

Η εφαρμογή της ανωτέρω πολιτικής στο κέντρο της έχει την μικρή παραγωγή,
τη μικρή και μεσαία επιχείρηση με εκ την παραλλήλου ενίσχυση της
παραγωγικότητας, την ελάττωση του ΦΠΑ στο κατώτερο δυνατό, σ όλες τις
μορφές της παραγωγικής διαδικασίας, με αναλογική εφαρμογή προς τα πάνω
σε είδη που δεν είναι πρώτης ανάγκης και εντάσσονται στα πολυτελείας,
όπως και σε εισαγόμενα προϊόντα για τόνωση της ελληνικής αγοράς. Η
πάταξη της φοροδιαφυγής και η φορολόγηση των άνευ αιτίας εκπατρισθέντων
κεφαλαίων, με την εκ παραλλήλου εφαρμογή κινήτρων εισόδου αυτών,
ξανά στη χώρα με έργα και όχι στα λόγια, καθίσταται αναγκαιότητα. Πέραν
τούτων των μέτρων, είναι αναγκαίο να δρομολογηθεί συγκεκριμένη πολιτική
εκμετάλλευσης του φυσικού και του ορυκτού πλούτου της χώρας. Αυτό βέβαια
έχει μακροπρόθεσμο ορίζοντα και σχετίζεται άμεσα και με την εξωτερική
πολιτική.

Οι λαοί της ΕΕ ικανοποιούν ανάγκες και επιθυμίες σε θεσμικό πλαίσιο
ζωής κατά συμβολικό τρόπο, παραγωγής και οικονομίας στο οποίο έχουν
μερίδιο συμμετοχής, αλλά και ευθύνης. Απαιτείται λοιπόν θεσμικό πλαίσιο
αυτοπεριορισμού και πραγματικής δημοκρατίας, όπου οι  πολίτες, είναι αυτοί
που πραγματικά και όχι εικονικά, προσδιορίζουν το πολιτικό, άλλα και το
οικονομικό μέλλον της χώρας τους και δεν είναι οι εκ των υστέρων καλούμενοι
να  πληρώνουν το λογαριασμό, που σχεδίασαν άλλοι γι΄ αυτούς, οι ισχυροί
της θεσμικής και οικονομικής ολιγαρχίας ντόπιας και της ΕΕ.

Η πολιτική στην ΕΕ οφείλει να θέσει πραγματική πορεία για μια Αμφικτιονική
(Ομόσπονδη) Ευρώπη με κοινό νόμισμα μεν, αλλά και κοινή πολιτική γι’
αυτό δε και με την ΕΚΤ, να είναι η Τράπεζα των λαών της Ευρώπης και
όχι η Τράπεζα εξασφάλισης σταθερού πεδίου για τις αγορές προς εύκολη
λήστευση των λαών της, δια του συμφώνου σταθερότητας, ως «σπηλιά του
Κύκλωπα Πολύφημου».

Το πρόβλημα στην Ευρωζώνη δεν είναι το έλλειμμα, αλλά το περίσσευμα των
χωρών της και ο τρόπος δημιουργίας του.

δ. Οικονομική κρίση και Ευρωπαϊκή πολιτική

Στο κέντρο μιας τέτοιας πολιτικής θα πρέπει να είναι και η διαμόρφωση
συγκεκριμένων οικονομικών μέτρων, που οφείλει να λάβει η ΕΕ υπό την
πίεση της κοινής πολιτικής των χωρών του ευρωπαϊκού νότου και των
περιφερειακών χωρών της Ευρωζώνης. Ένα πρόγραμμα, το οποίο θα
φέρει ισορροπία ανάμεσα στο περίσσευμα των ισχυρών και το έλλειμμα των
ασθενέστερων. Αυτή είναι η αναγκαία πολιτική, στο πλαίσιο δημιουργίας
θεσμών κοινωνικής αλληλεγγύης και ισόρροπης ανάπτυξης των χωρών
και όχι εκμετάλλευσης τους από τις ισχυρές, οι οποίες αφενός καθίστανται
έντονα παραγωγικές, αφετέρου δε δανείστριες των υπολοίπων με απόλυτα
τοκογλυφικά τρόπο.

Πέραν δε των ανωτέρω απαιτείται η κοινή ευρωπαϊκή πολιτική η οποία όπως
τονίζει ο γνωστός κ. Σόρος «τα χρόνια εκείνα οι γερμανικές πολιτικές ηγεσίες
διαβεβαίωναν ότι η Γερμανία δεν έχει ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική, έχει μόνον
ευρωπαϊκή. Η διαδικασία αυτή κορυφώθηκε με τη συνθήκη του Μάαστριχ και την
εισαγωγή του ευρώ. Ακολούθησε μια περίοδο στασιμότητας όπου μετά το κραχ του
2008 μετατράπηκε σε διαδικασία αποδιάρθρωσης» (Βλ. Μαριάννα Τόλια 2012 «Το ευρώ ως φούσκα, ο Σόρος, η ΝΔ και ο ΣΥΡΙΖΑ», Σοφοκλέους 10, Τετάρτη, 06 Ιούνιος). Κατά συνέπεια, η δήλωση της Αγγέλα Μέρκελ, μετά τη χρεοκοπία της Lehman το 2008 ότι οι εγγυήσεις που θα παρέχονταν στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα θα γίνονταν σε επίπεδο κάθε κράτους ξεχωριστά και όχι σε  ευρωπαϊκό επίπεδο, διαμορφώνει πλαίσιο υπονόμευσης του ευρώ από τα μέσα. Οι χρηματοπιστωτικές αγορές όπως τονίζεται και από τον Σόρος «συνειδητοποίησαν τις συνέπειες αυτής της δήλωσης αν και χρειάστηκαν ένα χρόνο περίπου» έπραξαν δε όπως ήταν αναμενόμενο με τις γνωστές συνέπειες για τα αδύναμα κράτη προβάλλοντας διεθνώς ότι το Ευρώ δεν είναι παρά μια φούσκα.
Την άποψη αυτή στερεοποιεί η θέση, πως κάθε φορά που η υπάρχουσα δομή της
Ευρωζώνης θα έφτανε σε αδιέξοδο, οι ηγέτες των κρατών θα έλυναν το πρόβλημα, κι
όχι η ΕΕ με κοινή Ευρωπαϊκή πολιτική. Αυτό αποτελεί τη μέγιστη ανακολουθία του
ευρωσυστήματος, αφού μετά το κοινό νόμισμα δημιουργείται η πεποίθηση, ότι οι χώρες της Ευρωζώνης οδεύουν προς πλήρη πολιτική δημοσιονομική ένωση και έτσι να προβάλλει ως πολύ λογικό η Γερμανία και η Ελλάδα να θεωρούνται εξίσου
απαλλαγμένες κινδύνων και να δανείζονται με τα ίδια επιτόκια . Όπως και ότι, για τον
ίδιο λόγο, ήταν λογικό «τα κρατικά ομόλογα όλων των κρατών μελών του ευρώ να
θεωρούνται εξίσου απαλλαγμένα κινδύνων, άρα οι τράπεζες του ευρώ να μην
υποχρεούνται να κρατούν γι’ αυτά κεφάλαια ασφαλείας και να φορτώνονται αστόχαστα
με ολόκληρα βουνά κρατικού χρέους». Από τη στιγμή όμως που η κ Μέρκελ
έσπασε όλη αυτή τη λογική, αποφασίζοντας ότι κάθε χώρα ήταν υπεύθυνη για
τις τράπεζές της, ήρθε η αντίστροφη μέτρηση. Από εκεί και πέρα, για τις
χώρες, Ελλάδα και στη συνέχεια Ιρλανδία, Πορτογαλία και πλέον και η

Ισπανία, Ιταλία, άρχισαν, εξαιτίας του κοινού νομίσματος με πολιτική ενός, να
παρίσταται το φαινόμενο, ενώ ήταν δανεισμένες στο δικό τους νόμισμα το
Ευρώ, σαν να ήταν δανεισμένες πλέον σε ξένο νόμισμα και οι ιδιες να
παρίστανται ως χώρες του Τρίτου Κόσμου, όπου γι’ αυτές το ευρώ που
παρουσιάζεται ως φούσκα (Βλ. Μαριάννα Τόλια 2012 οπ. π ) και παίζει το ρόλο της
Γκιλοτίνας για τους λαούς των χωρών αυτών θέτοντας τους σε παραγωγική
ακινησία και υπερχρέωση των κρατών και των λαών τους, χωρίς δυνατότητα
υπάρξεως στο μέλλον.

Η αλήθεια είναι ότι με την πολιτική της Γερμανίας και η αδυναμία άρθρωσης
κοινής νομισματικής πολιτικής το ευρώ αποδιαρθρώνεται. Δυστυχώς
διακρίνονται παντού άφθονα τα σημάδια της διάλυσής του – από την εκ
νέου ”εθνικοποίηση” ενεργητικών και παθητικών των χρηματοπιστωτικών
συστημάτων των κρατών μελών, την έξοδο των καταθέσεων από τον
ευρωπαϊκό Νότο προς όφελος του Βορρά και τη δυσθεώρητη απόκλιση
των σπρεντ Βορρά και Νότου. Όλα τα ανωτέρω μπορεί και θα πρέπει να
τεθούν σε πολιτική συζήτηση στα θεσμικά όργανα της ΕΕ όχι μόνο για την
επόμενη μέρα στη χώρα μας , αλλά και των χωρών και των λαών του νότου
της Ευρωζώνης.

Συμπέρασμα

Η Ελλάδα σήμερα έχει ανάγκη από στέρεα πολιτική με ακλόνητες θέσεις
προς προοδευτική κατεύθυνση, η οποία αφενός δεν θα μας καθιστά
υπό εθελουσία έξοδο από το Ευρώ και την Ευρωζώνη και αφετέρου δεν
θα απεμπολεί το δικαίωμά μας, αυτό της κατά συνθήκη αλληλεγγύης,
για συνέχιση της οφειλόμενης χρηματοδότησης, καθότι η δημιουργία
προγράμματος συμμετοχής στα πλεονάσματα των ισχυρών χωρών της ΕΕ
είναι η μόνη νόμιμη οφειλόμενη ενέργεια εκ μέρους των.

Στάση της χρηματοδότησης σημαίνει ότι θα βρεθούμε, από μόνοι μας, έωλοι
στο έλεος της υποτιμημένης δραχμής στο έπακρο προς τα έξω και στην προς
τα μέσα ισοτιμία αυτής με το Ευρώ. Τούτο δε, θα έχει άμεσα και καταστροφικά
αποτελέσματα σ’ όλους τους τομείς της οικονομίας και κυρίως στη ζωή των
φτωχών, των μικρών και μεσαίων νοικοκυριών και επιχειρήσεων και στα
πλατιά λαϊκά στρώματα.

Στόχος μιας εθνικά δημοκρατικής-προοδευτικής πολιτικής αποδέσμευσης
από το μνημόνιο και τη δανειακή σύμβαση οφείλει να είναι ο σχεδιασμός
του οικονομικού μοντέλου ανάπτυξης με στόχο την παραγωγή και την
παραγωγικότητα, τη δημιουργία της οικονομίας των προϊόντων και της μικρής
παραγωγής με περιορισμό της οικονομίας των υπηρεσιών στον αναγκαίο
βαθμό και με αξιοποίηση της τεχνολογίας και των τεχνικών στον πρωτογενή
και δευτερογενή τομέα της οικονομίας. Επίσης η βαριά βιομηχανία οφείλει να
καταστεί η τουριστική για την εξασφάλιση πόρων και συναλλάγματος καθώς
και η εκπαιδευτική βιομηχανία, πρώτον για να μην υπάρξει μετανάστευση του
πιο σημαντικού κομματιού της Ελλάδας της νεολαίας, η οποία έχει σπουδαία
εφόδια τα οποία θα καρπωθούν τρίτοι και δεύτερον διότι η μεταπολιτευτική
πολιτική στήριξε τις ελπίδες της και μεγιστοποίησε το εκπαιδευτικό σύστημα
το οποίο πρέπει να αξιοποιηθεί δεόντως, τόσο για την ανάπτυξη της χώρα
όσο και για τη μείωση της ανεργίας, η οποία σε διαφορετική περίπτωση θα
μεγιστοποιηθεί. Η βιομηχανία αυτή, της εκπαίδευσης παραλληλίζεται με τη
στροφή κυρίως στον πρωτογενή αλλά και στους άλλους τομείς της οικονομίας.

Πέραν των άλλων, κάθε κυβέρνηση (σ.σ. το συγκεκριμένο άρθρο γράφτηκε
πριν τις εκλογές της 1ης Ιουνίου 2013), οφείλει να ενεργοποιήσει ειδικό σχέδιο
αντιμετώπισης της κατάστασης μέσα στην αντίστροφη πολιτική της ευρωζώνης
ως ειδικό σχέδιο εθνικής νομισματοπιστωτικής πολιτικής, με προσεκτικά
βήματα για να μην υποδουλωθεί η χώρα σε δεσμεύσεις και σε νόμισμα που
ενδεχομένως, δια της πολιτικής που καθορίζεται από συγκεκριμένη χώρα,
όπου οι ανειλημμένες υποχρεώσεις μας θα μας ακολουθούν επώδυνα, όπως
για παράδειγμα η ανταλλαγή του ομολογιακού χρέους με ενυπόθηκο χρέος
υπό το αγγλικό δίκαιο .

Συγκρότηση πολιτικής μετά των άλλων χωρών του νότου κοινής πολιτικής
δια ενός αμφικτιονικού συνδέσμου προς ομοσπονδοποίηση της ΕΕ, με
κοινό νόμισμα μεν, αλλά και με κοινή πολιτική δε, πολιτική που δεν θα τη
χαράζει ένας η Γερμανία για να την εφαρμόζουν οι υπόλοιποι, άλλως πρέπει
να σκεφθούμε αν μπορούμε να αντέξουμε τη συνύπαρξη μια «Γερμανικής
Ευρώπη με νόμισμα το γερμανικό Ευρώ»!.]

@ Γράφει ο Δημήτριος Π. Παναγιωτόπουλος, Αν. καθηγητής πανεπιστημίου Αθηνών, Δικηγόρος, Αντιπρόεδρος Πανεπιστημίου Στερεάς Ελλάδος

Σχετικές δημοσιεύσεις