Επιθετικότητα μεταξύ των συζύγων

Επιθετικότητα μεταξύ των συζύγων

Γράφει ο Δημήτρης Μπούκουρας, Κλινικός Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπευτής

Μιλώντας για επιθετικότητα είναι σκόπιμο να δούμε τι σημαίνει αυτός ο όρος. Η επιθετικότητα είναι μια δύναμη που βρίσκεται μέσα μας, που δίνει ώθηση και ζωντάνια στις πράξεις μας.

Δεν παρουσιάζεται πάντα στην κακή της φύση (καταστρεπτική), αλλά μπορεί να φαίνεται χρήσιμη και υγιής. Η επιθετικότητα στην υγιή της μορφή μας κεντρίζει να ξεπεράσουμε δυσκολίες και δυσάρεστες καταστάσεις. Στις καλύτερες περιπτώσεις μάς ωθεί να επιδείξουμε πρωτοβουλία, επιχειρηματικό πνεύμα και υγιή συναγωνισμό. Ο επιστήμονας π.χ. που προσπαθεί να κατανικήσει την αρρώστια και ο πολιτικός που μάχεται ενάντια στη φτώχεια και την αδικία είναι επιθετικοί μ’ έναν ωφέλιμο τρόπο.

Αλλά και στη εξέλιξή του ο άνθρωπος παρουσιάζει επιθετικότητα, τέτοια που ωθεί τα παιδιά π.χ. να μεγαλώσουν, να μάθουν και να κυριαρχήσουν στο περιβάλλον τους. Το μικρό παιδί π.χ. σπρώχνει μακριά το πιάτο με το φαγητό του, όταν δεν θέλει άλλο, συμπεριφέρεται επίσης με έναν φυσιολογικά επιθετικό τρόπο, παρόλο που στο γονιό, που έχει εξοργιστεί από την όλη του συμπεριφορά, μπορεί αυτό να φαίνεται σαν εχθρότητα. Και φυσικά κάθε βήμα που φανερώνει μια τάση ανεξαρτητοποίησης και αυτονομίας του ατόμου από τους γονείς του είναι μια έκφραση υγιούς και επιθυμητής επιθετικότητας.
Βέβαια, η επιθετικότητα έχει κι ένα άλλο πρόσωπο, το εχθρικό και το καταστρεπτικό μαζί. Πολλοί πιστεύουν ότι γεννιόμαστε με αυτό το είδος της επιθετικότητας, όπως και με την ερωτική ορμή.
Άλλοι πάλι πιστεύουν πως η εχθρότητα αυτή δεν είναι έμφυτη στον άνθρωπο, αλλά ότι είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιδρά στη σύγχυση, την απογοήτευση και το φόβο. Οποιαδήποτε, όμως, και αν είναι η αιτία, αυτή η ανεπιθύμητη όψη της επιθετικότητας φυσιολογικά είναι μια συμπεριφορά που ενοχλεί.
Αν θελήσουμε να δούμε την επιθετικότητα μέσα στους κόλπους της οικογένειας και ιδιαίτερα ανάμεσα στους συζύγους θα πρέπει να την ξεχωρίσουμε αυτόματα σαν μια από τις πολλές εκείνες άσχημες συμπεριφορές που χαρακτηρίζουν μια σχέση διαταραγμένη.
Και αυτή η διαταραχή των σχέσεων μπορεί πιθανώς να οφείλεται σε βαθύτερα αίτια που αφορούν την προσωπικότητα των δύο συζύγων, τη δομή της και την ψυχοπαθολογία της.
Και στην περίπτωση αυτή ισχύει ότι η επιθετικότητα ανάμεσα στους συζύγους είναι μια συμπεριφορά ή ένα σύμπτωμα που αποκτιέται λόγω των ερεθισμάτων που δέχεται κανείς από το περιβάλλον του και αντιδρά με επιθετικότητα, ή μπορεί να προέρχονται από το ασυνείδητο.
Επιφανειακά, επομένως, μπορούμε να παρατηρήσουμε την επιθετικότητα να εκδηλώνεται με λεκτικές συμπεριφορές (ύβρεις, φωνές, ειρωνεία, κ.ά. μεταξύ των συζύγων) ή με βίαιες αντιδράσεις (συμπλοκές, χειροδικία, κ.ά.), συμπεριφορές, δηλαδή, που χαρακτηρίζονται σαν άμεσες αντιδράσεις και βρίσκονται έξω από κάθε έλεγχο και κυριαρχία. Υπάρχει όμως και η επιθετικότητα, που εκδηλώνεται με έμμεσο τρόπο, όπως μπορεί να είναι μια δηκτική συμπεριφορά του ενός συζύγου προς τον άλλο μπροστά σε τρίτους, κατηγορίες σε βάρος του στα παιδιά, εάν υπάρχουν, ή ακόμα και σύναψη εξωσυζυγικών σχέσεων, μια συμπεριφορά, δηλαδή, που παρουσιάζεται πιο μεθοδευμένη και οργανωμένη.
Αν αναρωτηθούμε για τις βαθύτερες καταβολές της επιθετικότητας, θα πρέπει να μελετήσουμε τη δομή της προσωπικότητας των συζύγων και να διερευνήσουμε γιατί κινητοποιούν τον μηχανισμό της επιθετικότητας που μοιραία οδηγεί στη σύγκρουση, συνεπώς και στη διακοπή της επικοινωνίας.
Είναι σκόπιμο να συγκεντρώσουμε πρώτα κάποια πιθανά αίτια τα οποία είναι ικανά να εκλύουν επιθετικότητα ανάμεσα στους συζύγους, αν δούμε σφαιρικά τις δομές τις σύγχρονης Ελληνικής οικογένειας και τις ανάγκες που εξυπηρετεί ο γάμος.
Ένα χαρακτηριστικό φαινόμενο  που παρουσιάζεται στους κόλπους της οικογένειας είναι η αδυναμία κατανομής και ανακατανομής των ρόλων των συζύγων. Το μητρικό και πατρικό πρότυπο περνούν σήμερα κρίση ταυτότητας που συμπαρασύρει τους συζύγους σε μια αλυσίδα συγκρούσεων που με τη σειρά της οδηγεί σε μια έλλειψη οργάνωσης της οικογένειας.
Ένα άλλο γεγονός που απασχολεί τελευταία τις περισσότερες οικογένειες είναι η οικονομική ανασφάλεια. Η ανέχεια ή η ανεπάρκεια σε χρήματα μέσα στην οικογένεια γίνεται αφορμή για καυγάδες ιδιαίτερα όταν απορρέει από ένα άλλο φαινόμενο της ανεργίας και ιδιαίτερα του άνδρα που θεωρείται ο «κουβαλητής»και ο χρηματοδότης του σπιτιού.
Μια άλλη κατάσταση που μπορεί να δημιουργήσει αναταραχή και σύγκρουση είναι οι υπερβολικές απαιτήσεις στη γενικευμένη τους μορφή του ενός από τον άλλον. Το τι, δηλαδή,  περιμένει κανείς από τον σύντροφο του κι ως που εκείνος μπορεί να φτάσει.
Όταν κάποιος δεν είναι σε θέση να συνειδητοποιήσει τις δυνατότητες του άλλου, εξαιτίας των δικών του προβλημάτων τότε φτιάχνει έναν κόσμο δικό του και ζει μέσα σ’ αυτόν και στην περίπτωση που οι οποιεσδήποτε επιθυμίες του δεν ικανοποιούνται τότε επιτίθεται.
Η έλλειψη ουσιαστικού διαλόγου, ενός διαλόγου δηλαδή  που θα επιτρέψει να συζητήσουν για να γνωρίσουν τους εαυτούς τους, τις καλές αλλά και τις κακές τους πλευρές, απομονώνει την επικοινωνία και στηρίζεται στην επιθετικότητα. Επακόλουθο αυτής της κατάστασης είναι και η έλλειψη συντροφικότητας. Είναι ευνόητο άλλωστε πως όταν δύο σύζυγοι δεν ασχολούνται με τίποτα άλλο παρά να βρίσκουν αφορμές να επιτίθενται μεταξύ τους τότε κάθε έννοια συντροφικότητας παραμερίζεται.
Η έλλειψη παιδιών, η ατεκνία δηλαδή, αποτελεί έναν άλλο παράγοντα που οδηγεί σε καυγάδες, ιδιαίτερα όταν ο ένας προσπαθεί να ενοχοποιήσει τον άλλον για αυτήν την κατάσταση.
Ένα άλλο φαινόμενο που έχει παρατηρηθεί ότι δημιουργεί λόγους για έκρηξη επιθετικότητας είναι η επέμβαση στη συζυγική ζωή του ζευγαριού τρίτων προσώπων (πεθερά, νύφες, κουνιάδοι κλπ.) ή ακόμα και η συναισθηματική προσκόλληση του ενός από τους δύο συζύγους στην μητέρα ή τον πατέρα του, δημιουργεί λόγους για έκρηξη επιθετικότητας.
Ειδικότερα, όταν «χρησιμοποιείται» το ένα μέλος του ζευγαριού, και ιδίως η γυναίκα, από το άλλο, π.χ. όταν υπάρχουν οικονομικά συμφέροντα ή μια μεγάλη προίκα, τότε βρίσκεται σε άσχημη θέση και προσπαθεί να αναπληρώνει το χαμένο έδαφος με την επίθεση.
Τέλος, υπάρχουν δύο παράγοντες που είναι αρκετά σημαντικοί. Κατ’ αρχήν πρέπει να αναφέρουμε τη μειονεξία που πιθανόν να αισθάνεται ο ένας σύζυγος απέναντι στον άλλο. Αυτή μπορεί να οφείλεται στη διαφορά των δύο συζύγων είτε ως προς τη μόρφωση, το επάγγελμα, την κοινωνική και οικονομική θέση κλπ, είτε ως προς τις διαστάσεις της προσωπικότητάς τους.
Σε αυτή την περίπτωση ο/η σύζυγος που «μειονεκτεί», κινητοποιεί την επιθετικότητα σαν μηχανισμό άμυνας μπροστά στις καταστάσεις εκείνες που θεωρεί απειλητικές για τον εαυτό του.
Κατά δεύτερο λόγο ένας πολύ σπουδαίος παράγοντας είναι η μη συναισθηματική αποδοχή του ενός από τον άλλο. Με άλλα λόγια, όταν λείπει η συναισθηματική συνταύτιση, υποσυνείδητα ο/η σύζυγος επιδιώκει την εκμηδένιση του άλλου. Στην περίπτωση αυτή η επιθετικότητα μπορεί αν εκδηλώνεται με έμμεσο τρόπο. Φυσικό επακόλουθο αυτής της έλλειψης είναι και η δυσλειτουργία των σεξουαλικών επαφών, η συχνότητα, ένταση και ποιότητα των οποίων μπορεί να υποθάλπει λανθάνουσα επιθετικότητα.
Όταν η επιθετικότητα τείνει να γίνει μόνιμη συμπεριφορά ανάμεσα στους δύο συζύγους, τότε το φαινόμενο είναι ανησυχητικό και θα πρέπει να ψάξουμε την ψυχοπαθολογία των δύο προσωπικοτήτων, η οποία υπαινίσσεται, κάτω από αυτές τις συνθήκες, κάποιο νοσηρό υπόβαθρο.
Η διερεύνηση αυτή της βαθύτερης καταβολής και των αιτιών της επιθετικότητας πραγματοποιείται με τη βοήθεια της ψυχανάλυσης (Freud).
Η επιθετικότητα, λοιπόν, πηγάζει από το ασυνείδητο, όπως ακριβώς και η επιθυμία του ανθρώπου. Βρίσκεται όμως σε κατάσταση αναστολής για να φανερωθεί σε όλο της το φάσμα (π.χ. ο κανιβαλισμός είναι μορφή βίας και επιθετικότητας σε πρωτόγονο επίπεδο), και έτσι εκδηλώνεται έμμεσα και ηθελημένα μέσα από συμπεριφορές ειρωνείας, σαρκασμού, πειράγματος, πείσματος ή ακόμα και με την εκδήλωση αδιαφορίας, αδράνειας και παραλείψεων (actes mangues). Η ψυχανάλυση ορίζει ότι «η στέρηση παράγει επιθετικότητα». Αυτός ο ορισμός μάς επιτρέπει να κάνουμε μια βαθύτερη αναφορά μεταξύ της κίνησης της ορμής της ζωής (της ερωτικής ορμής – libido) και του αντιστρόφου της (aggressivite).
Η σεξουαλική ορμή της ζωής (libido) και η επιθετικότητα φαίνονται πραγματικά σαν δύο στοιχειώδεις κινήσεις της ενστικτοσυναισθηματικής μας ζωής. Συχνά, μαζί με μια στέρηση της σεξουαλικής αναζήτησης υπάρχει και μια επικείμενη επιθετικότητα.
Ωστόσο η επιθετικότητα μπορεί να βγει στην επιφάνεια σε λανθάνουσα μορφή ή συμβολικά, όπως π.χ. με τη μορφή της μετάθεσης (π.χ. η επιθετικότητα προς τον αδελφό μετατίθεται προς τους άνδρες αυτής της ηλικίας, από τον πατέρα προς ένα σύζυγο που έχει μεγάλη διαφορά ηλικίας από τη σύζυγο, από τη μητέρα προς όλες τις γυναίκες). Επίσης, μπορεί να παρουσιαστεί με τη μορφή της αντιστροφής, όπου ο φόβος μπορεί να γίνει αισθητός στη θέση της επιθετικότητας. Τέλος, μπορεί να εμφανιστεί με τη στροφή της επιθετικότητας προς τον εαυτό, την αυτοτιμωρία δηλαδή αντί της ετεροεπιθετικότητας.
Έτσι λοιπόν καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η επιθετικότητα πηγάζει από το ασυνείδητο και μπορεί να συνδυάζεται ενδεχομένως με την αναστολή της σεξουαλικότητας ή εμφανίζεται μέσα από τα πολλά εμπόδια που παρουσιάζονται στην πράξη, όπως π.χ. αναποφασιστικότητα, ανικανότητα, αδεξιότητα, τάσεις για παραλείψεις, φόβος της διαταγής, τάση να ικανοποιήσει μια φιλοδοξία, να κερδίσει πολλά χρήματα ή ακόμα φόβος εξόδου να πάει σινεμά, να περπατήσει, να γράψει, κ.λ.π.
Μετά τη σύντομη ανασκόπηση για το πώς καθορίζει η ψυχαναλυτική θεωρία την επιθετικότητα, αξίζει να σημειωθεί ότι όταν μια συμβίωση αντιμετωπίζει μια ατμόσφαιρα επιθετικότητας με συχνότητα αρκετά μεγάλη, τότε χρειάζεται να αναθεωρηθούν οι στόχοι και οι ανάγκες που εξυπηρετεί ένας τέτοιος γάμος, εφ’ όσον οι επιθετικές συμπεριφορές είτε είναι ασυνείδητες είτε είναι συνειδητές είναι από μόνες τους συνδεδεμένες με ένα ατέλειωτο δαίδαλο από παράδοξα γεγονότα.
Αναμφισβήτητα μια τέτοια κατάσταση έχει τεράστια σημασία από την πλευρά των επιπτώσεων που προκαλεί στα παιδιά της οικογένειας.

Δημήτρης Μπούκουρας
Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής

Σχετικές δημοσιεύσεις